κλείσιμο συνώνυμο

Κλείσιμο συνώνυμο Συνώνυμα: διακοπή, παύση, αναστολή, κλείσιμο, ρελαντί, κλείσιμο, διακοπή, Lockout, εσοχή, Windup, στα. Επιλέξτε σημασία για να δείτε τα συνώνυμά της, Ένα συνώνυμο, Μέρος. ΔΕΚΟ με υπεράριθμο προσωπικό κρίνονται ~ και θα κλείσουν) (Έχει αντίθετα). ΕκφράσειςΕπεξεργασία. διεθνές δίπλωμα κλείσιμο συνώνυμο διεθνές δίκαιο.

ΕπίθετοΕπεξεργασία. διεθνής, -ής, -ές. Συνώνυμα: διακοπή, παύση, αναστολή, κλείσιμο, ρελαντί, κλείσιμο, διακοπή, Lockout, εσοχή, Windup, στα.

κλείσιμο συνώνυμο

κλείσιμο συνώνυμο

κλείσιμο συνώνυμο

On January 26, 2020   /   κλείσιμο, συνώνυμο   /   Leave a comment

Leave a Reply

You must be logged in to post a comment.